1. Σύνοψη

Η μελέτη με τίτλο «Ελληνικές Επιστημονικές Δημοσιεύσεις 1996-2010, Βιβλιομετρική ανάλυση ελληνικών δημοσιεύσεων σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά» είναι η δεύτερη από μια σειρά μελετών που πραγματοποιεί το ΕΚΤ με σκοπό την ανάλυση της ελληνικής συγγραφικής δραστηριότητας σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Με στόχο τον προσδιορισμό δεικτών που χαρακτηρίζουν την τρέχουσα πραγματικότητα αλλά και την εξέλιξη της επιστημονικής παραγωγής της χώρας και επιτρέπουν τη σύγκρισή της σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, η μελέτη αξιοποιεί στοιχεία που συνδέονται με τις ελληνικές επιστημονικές δημοσιεύσεις, και παρουσιάζει δείκτες ερευνητικής δραστηριότητας που αφορούν τον αριθμό δημοσιεύσεων, αριθμό αναφορών, επιστημονικά πεδία, φορείς κ.λπ.

Οι βιβλιομετρικοί δείκτες μέτρησης της ερευνητικής δραστηριότητας, συμβάλλουν στη διαμόρφωση μιας κατά το δυνατόν αντικειμενικά μετρήσιμης εικόνας των συστημάτων Έρευνας, Τεχνολογικής Ανάπτυξης και Καινοτομίας. Χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση ερευνητικών οργανισμών, ομάδων και ερευνητών, καταγράφουν τα ερευνητικά πεδία στα οποία δραστηριοποιείται η επιστημονική κοινότητα, αποτυπώνουν τα νέα ερευνητικά πεδία που αναδύονται καθώς και τα επιστημονικά δίκτυα που δημιουργούνται για την υλοποίηση κοινών ερευνητικών στόχων.  

Οι βιβλιομετρικοί δείκτες αποτελούν μέρος, σημαντικό αλλά όχι μοναδικό, ενός ευρύτερου οικοσυστήματος δεικτών μέτρησης της ερευνητικής δραστηριότητας. Στη βιβλιογραφία καταγράφονται μειονεκτήματα και περιορισμοί στον υπολογισμό και τη χρήση τους, όπως π.χ. οι διαφορές στην πρακτική δημοσιεύσεων και αναφορών στα επιστημονικά πεδία (ιατρικές σε σχέση με ανθρωπιστικές επιστήμες) οι οποίες επηρεάζουν τους δείκτες απήχησης. Επιπλέον, αναφέρονται προβλήματα που σχετίζονται με τον «καθαρισμό» των πρωτογενών δεδομένων και την ταυτοποίηση των δημοσιεύσεων, η αδυναμία απόδοσης άλλων σημαντικών συνιστωσών της ερευνητικής δραστηριότητας κ.α. Οι προβληματισμοί αυτοί δεν αναιρούν τη σημασία των βιβλιομετρικών δεικτών ως πολύτιμη πηγή δεδομένων και, όπως άλλωστε ισχύει με την ερμηνεία των περισσότερων δεικτών, μπορούν να ξεπεραστούν όταν οι βιβλιομετρικοί δείκτες ερμηνευτούν στο σωστό πλαίσιο.  

Το ΕΚΤ, αξιοποιώντας την τεχνογνωσία του, υιοθέτησε τις πλέον έγκυρες μεθοδολογικές προσεγγίσεις στο χώρο της βιβλιομετρικής ανάλυσης. Σε αυτή την κατεύθυνση, ανέπτυξε εξειδικευμένες εφαρμογές λογισμικού για την επεξεργασία των πρωτογενών δεδομένων που προέρχονται από τις υπάρχουσες βάσεις δεδομένων και τον υπολογισμό των βιβλιομετρικών δεικτών (καθαρισμός, θεματική κατηγοριοποίηση, κανονικοποίηση, υπολογισμός, γραφιστική απεικόνιση).  

Η παρούσα μελέτη καταγράφει τα βασικά μεγέθη που χαρακτηρίζουν την παραγωγή και τις επιδόσεις των ελληνικών δημοσιεύσεων στη διάρκεια μιας δεκαπενταετίας, από το 1996 έως το 2010, εστιάζοντας παράλληλα στα δεδομένα των τελευταίων ετών που αναδεικνύουν τις πρόσφατες τάσεις και εξελίξεις. Με στόχο την εξασφάλιση της συγκρισιμότητας των δεικτών υιοθετεί σε ένα μεγάλο βαθμό τα βασικά μεθοδολογικά  στοιχεία της προηγούμενης μελέτης του ΕΚΤ (π.χ η βάση δεδομένων από την οποία αντλήθηκαν τα πρωτογενή δεδομένα, το εύρος των δεικτών που υπολογίστηκαν, η μεθοδολογία υπολογισμού που ακολουθήθηκε, το εύρος κάλυψης φορέων, επιστημονικών περιοχών κ.λπ.)

Οι βιβλιομετρικοί δείκτες που παρουσιάζονται περιλαμβάνουν τον  αριθμό και το (%) μερίδιο των δημοσιεύσεων, το (%) ποσοστό  των δημοσιεύσεων που λαμβάνουν αναφορές, τον αριθμό και το (%) μερίδιο των αναφορών σε δημοσιεύσεις, το σχετικό δείκτη απήχησης των δημοσιεύσεων, καθώς και τον αριθμό και το ποσοστό (%) των δημοσιεύσεων με υψηλή απήχηση.

Στη συνέχεια αναφέρονται τα κυριότερα συμπεράσματα της μελέτης. Τα ευρήματα αυτά περιγράφουν τους συνολικούς δείκτες των ελληνικών δημοσιεύσεων, τις κυριότερες κατηγορίες φορέων που συμμετέχουν στην παραγωγή τους, τα επιστημονικά πεδία στα οποία δραστηριοποιούνται με επιτυχία οι ελληνικές ερευνητικές ομάδες και τις συνεργασίες που διαμορφώνονται για τη συγγραφή τους. Τα αναλυτικά στοιχεία παρουσιάζονται στα αντίστοιχα κεφάλαια της μελέτης ενώ η μεθοδολογική προσέγγιση παρατίθεται στο Παράρτημα I.  

 

Κορυφή


1 σχόλιο

από kingmouf ανοικτό Σάβ, 04/07/2012 - 14:47
Θα ήθελα να κάνω την εξής παρατήρηση. Η έρευνα βασίζεται σε ανάλυση των δημοσιεύσεων σε περιοδικά, άρα δε συμπεριλαμβάνει δημοσιεύσεις σε συνέδρια. Τα συνέδρια (σε ορισμένους τομείς περισσότερο από ότι σε άλλους) έχουν αρχίσει διεθνώς να γίνονται πιο σημαντικά και να προτιμώνται σε σχέση με δημοσιεύσεις σε journals. Ανάμεσα στους λόγους για τους οποίους γίνεται αυτό νομίζω ότι μπορούμε να αναζητήσουμε και τις χρηματοδοτήσεις που δίνονται για έρευνα - ειδικότερα στον Ευρωπαϊκό χώρο μέσω της ΕΕ (για παράδειγμα FP7, joint programs, κτλ) - που εμπλέκουν λιγότερο ή περισσότερο και βιομηχανικούς εταίρους, άρα καθιστούν τα συνέδρια πιο ελκυστικά. Έτσι, η αύξηση των δεικτών της χώρας σε σχέση με το μέσο όρο της ΕΕ και του ΟΟΣΑ μπορεί να αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτό (υποθέτοντας ότι η στροφή έχει ξεκινήσει νωρίτερα στο εξωτερικό) ενώ με αντίστοιχο τρόπο η μείωση στα δύο τελευταία χρόνια ίσως να μπορεί να εξηγηθεί και έτσι. Πάντως νομίζω ότι μια τέτοια έρευνα είναι σχετικά μετέωρη χωρίς μια καταγραφή/συσχέτιση της παραγωγής ερευνητικού έργου με τις δεδομένες συνθήκες στους φορείς που παράγουν έρευνα. Για παράδειγμα, θα ήταν χρήσιμο να υπάρχει μια καταγραφή του αριθμού των μεταπτυχιακών/διδακτορικών φοιτητών στο ίδιο διάστημα και το πώς σχετίζεται με την αύξηση της ερευνητικής παραγωγής. Επίσης αν κάποιοι νόμοι/μεταρρυθμίσεις έχουν συγκεκριμένο impact, αν η αύξηση ή η μείωση κονδυλίων, η αλλαγή στη χρηματοδότηση, η λειτουργία συγκεκριμένων φορέων, η πιο ενεργή διοργάνωση συνεδρίων στον ελλαδικό χώρο, κτλ έχουν επίδραση και ποια είναι αυτή. Στόχος ερευνών σαν αυτή που παρουσιάζετε νομίζω πως πρέπει να είναι η αναγνώριση αυτών που κάνουμε σωστά (και άρα η προσπάθεια ενίσχυσης τους) και αυτών που κάνουμε λάθος (και άρα η προσπάθεια αποφυγής τους ή αντιμετώπισης τους). Βέβαια ο καθένας μπορεί να βγάλει διαφορετικά συμπεράσματα διαβάζοντας με άλλο τρόπο τα νούμερα - ας δημιουργήσουμε όμως μια βασική καταγραφή.